μέτωπο
ουσιαστικό1. Τμήμα του προσώπου πάνω από τα φρύδια, στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού.
2. Μπροστινή πλευρά ή πρόσοψη ενός αντικειμένου, κτηρίου ή χώρου.
3. Γραμμή ή περιοχή σύγκρουσης όπου διεξάγονται στρατιωτικές επιχειρήσεις ή αντιπαραθέσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μέτωπο του παιδιού ήταν γεμάτο ιδρώτα.
- Οι στρατιώτες πολεμούσαν στο μέτωπο για μέρες.
- Ένα ψυχρό μέτωπο έφερε βροχές και πτώση της θερμοκρασίας.
- Το μέτωπο του παλιού κτιρίου χρειάζεται επισκευή.
- Το κόμμα άνοιξε νέο μέτωπο στην εκστρατεία του.