μάλωμα

ουσιαστικό

1. Λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, με έντονα λόγια, φωνές ή διαφωνίες.

2. Αυστηρή επίπληξη ή παρατήρηση που αποσκοπεί στη διόρθωση ή την τιμωρία κάποιου, συνήθως από γονέα ή υπεύθυνο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χθες έγινε μεγάλο μάλωμα ανάμεσά τους και δεν μιλάνε πια.
  • Ο δάσκαλος τον έκανε μάλωμα επειδή δεν παρέδωσε την εργασία.
  • Μη φοβάσαι το μάλωμα, κάποιες φορές είναι για το δικό σου καλό.
  • Το συνεχές μάλωμα στο σπίτι έχει επηρεάσει την ατμόσφαιρα.
  • Του έκανε ένα βαρύ μάλωμα όταν τον έπιασε να ψεύδεται.