κωμικός
άλλο1. Που προκαλεί γέλιο ή ψυχαγωγεί χρησιμοποιώντας χιούμορ, εκφράσεις ή συμπεριφορές.
Συνώνυμα
αστείος χιουμοριστικός ξεκαρδιστικός διασκεδαστικός γελοίος γελωτοποιός κλόουν σατιρικός σατιριστής παρωδιαστής αθυρόστομος πειραχτήρι κωμειογράφος μπουφόν χαριτωμένος γελαστός ηθοποιός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κωμικός έκανε το κοινό να ξεκαρδιστεί από τα γέλια.
- Η κωμικός της παράστασης ανέβηκε πρώτη στη σκηνή.
- Οι κωμικοί συνεργάστηκαν για μια φιλανθρωπική βραδιά.
- Παρακολούθησα μια κωμική ταινία χθες το βράδυ.
- Το φινάλε του έργου ήταν εντελώς κωμικό.
- Η απόφαση της επιτροπής φάνηκε τόσο κωμική που προκάλεσε αντιδράσεις.