κυνηγάω
ρήμα1. Καταδιώκω ή επιτίθεμαι σε ζώο με σκοπό να το πιάσω ή να το σκοτώσω για τροφή, αθλητισμό ή έλεγχο του πληθυσμού.
2. Τρέχω ή προχωρώ γρήγορα προς κάποιον ή κάτι με σκοπό να τον/το φτάσω, να τον/το πιάσω ή να τον/το σταματήσω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο δάσος κυνηγάω αγριογούρουνα τα Σαββατοκύριακα.
- Όταν είδα το πορτοφόλι του, κυνηγάω τον άντρα που το πήρε.
- Πάντα κυνηγάω τα όνειρά μου χωρίς να τα παρατάω.
- Στην πόλη κυνηγάω το τελευταίο λεωφορείο για να προλάβω τη δουλειά.
- Στις εκπτώσεις κυνηγάω τις καλύτερες προσφορές.