κυλάω
ρήμα1. Κινούμαι ομαλά και συνεχώς σε μορφή ροής, κυρίως για υγρά ή ημίρρευστα υλικά.
2. Κινούμαι ή κάνω κάποιο αντικείμενο να κινηθεί με κύλιση πάνω σε επιφάνεια, περιστροφικά ή γλιστρώντας.
Συνώνυμα
κυλώ κυλιέμαι κατρακυλάω ρέω διαρρέω χύνομαι ξεχύνομαι περνάω αναβλύζω τρέχω γλιστράω σέρνομαι περιστρέφομαι στροβιλίζομαι ρολάρω προχωράω κατεβαίνω πέφτω κινούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νερό κυλάει στο ποτάμι.
- Η μπάλα κυλάει στο γήπεδο.
- Ο χρόνος κυλάει όταν διασκεδάζεις.
- Ελπίζουμε η συζήτηση να κυλήσει ομαλά.
- Από τότε, τα χρόνια κυλούν πιο γρήγορα.