κρυφά

επίρρημα

1. Με τρόπο που διατηρείται κρυφό ή απαρατήρητο, χωρίς να γίνεται φανερό ή γνωστό σε άλλους.

2. Με τρόπο που αποφεύγει την προσοχή, την επίσημη έγκριση ή την παρουσία τρίτων, ώστε μια ενέργεια ή κατάσταση να μην γνωστοποιηθεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μου χαμογέλασε κρυφά.
  • Βγήκαν από το σπίτι κρυφά για να πάνε στο πάρτι.
  • Έτρεφε κρυφά ελπίδες ότι θα τον ξαναέβλεπε.
  • Τον κοιτούσε κρυφά όταν εκείνος δεν το κατάλαβε.
  • Τράβηξε κρυφά φωτογραφίες στο μουσείο, παρά την απαγόρευση.
  • Έκρυψε τα χρήματα κρυφά στο παλιό βιβλίο.