κουραστικός
επίθετο1. Που προκαλεί σωματική ή ψυχική κόπωση μετά από προσπάθεια ή μακρά έκθεση.
2. Που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, επιμονή ή χρόνο για να ολοκληρωθεί, εξαντλώντας τις δυνάμεις ή την αντοχή.
Συνώνυμα
εξαντλητικός κοπιαστικός ξεθεωτικός επίπονος επαχθής επιβαρυντικός απαιτητικός σκοτωτικός ανυπόφορος ενοχλητικός δυσβάσταχτος βαρετός ανιαρός μονοτονικός ζόρικος εντατικός βαρύς σκληρός εκνευριστικός επώδυνος καταπονημένος σπαστικός πολυλογικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κουραστική δουλειά στη φάρμα τον αφήνει εντελώς εξαντλημένο.
- Ο καθηγητής έκανε το μάθημα τόσο κουραστικό που πολλοί μαθητές αποκοιμήθηκαν.
- Ο θείος μου γίνεται κουραστικός όταν επαναλαμβάνει τις ίδιες ιστορίες κάθε φορά.
- Η διαδικασία της μετακόμισης ήταν ιδιαίτερα κουραστική και χρονοβόρα.
- Το ταξίδι με τις πολλές ανταποκρίσεις ήταν κουραστικό, αλλά φτάσαμε τελικά στον προορισμό.
- Οι συνεχείς απαιτήσεις του έργου αποδείχτηκαν κουραστικές για όλη την ομάδα.