κουκουλώνω
ρήμα1. Τοποθετώ κουκούλα ή άλλο καλυπτικό ένδυμα στο κεφάλι ή στο σώμα κάποιου, αποκρύπτοντας το πρόσωπο ή τα χαρακτηριστικά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- κουκουλώνω το μωρό με τη ζεστή κουβέρτα πριν κοιμηθεί.
- Το βράδυ κουκουλώνω το σκυλί με ένα παλιό πανί όταν κάνει πολύ κρύο.
- κουκουλώνω το παλτό μου και σηκώνω την κουκούλα όταν αρχίζει η βροχή.
- κουκουλώνω τα έγγραφα για να μην αποκαλυφθούν οι ευθύνες.
- κουκουλώνω την αλήθεια για να προστατέψω τους συναδέλφους.