κοινοπολιτεία
ουσιαστικό1. Πολιτική οργάνωση ή μορφή κράτους όπου το σύνολο των πολιτών ή των κρατικών ενοτήτων συγκροτεί κοινή πολιτεία με κοινούς θεσμούς και διοίκηση, ενώ μπορεί να διατηρείται διοικητική ή νομική αυτονομία.
Συνώνυμα
πολιτεία κράτος δημοκρατία ομοσπονδία συνομοσπονδία ένωση κοινότητα έθνος οργανισμός συμμαχία μπλοκ σώμα σύστημα σύμπραξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κοινοπολιτεία των Εθνών οργανώνει ετήσιες συναντήσεις για πολιτικό διάλογο.
- Η κοινοπολιτεία της Αυστραλίας αποτελεί ομοσπονδία με αρκετές αυτόνομες πολιτείες.
- Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, η χώρα ανακηρύχθηκε κοινοπολιτεία.
- Οι αποφάσεις της κοινοπολιτείας επηρέασαν την καθημερινή ζωή των πολιτών.
- Η τοπική κοινοπολιτεία των νησιών συμφώνησε κοινές πολιτικές για την τουριστική ανάπτυξη.