κινητικότητα
ουσιαστικό1. Ικανότητα ή δυνατότητα κίνησης ενός σώματος ή μέρους του, καθώς και η ευκολία αλλαγής θέσης ή στάσης.
2. Δυνατότητα ή βαθμός ευκολίας μετακίνησης ανθρώπων, αγαθών ή οχημάτων μεταξύ τόπων, περιοχών ή χώρων.
Συνώνυμα
κινησιμότητα κίνηση μετακίνηση μετατόπιση διακίνηση κίνημα ροή κυκλοφορία ευκινησία ευελιξία μεταβολή αλλαγή μετάβαση δραστηριότητα ενεργητικότητα ρευστότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κινητικότητα του ασθενούς βελτιώθηκε μετά τη φυσιοθεραπεία.
- Η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού μεταξύ πόλεων αυξάνεται λόγω των νέων ευκαιριών.
- Η κινητικότητα στην πόλη έγινε πιο φιλική στο περιβάλλον χάρη στα ποδήλατα και τα ηλεκτρικά λεωφορεία.
- Η κινητικότητα των νέων μεταξύ κοινωνικών τάξεων παραμένει περιορισμένη.
- Το πρόγραμμα ενθαρρύνει την κινητικότητα των φοιτητών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού.
- Η κινητικότητα των κυττάρων μετρήθηκε στο εργαστήριο.