κατσούφης

επίθετο

Άτομο που έχει μόνιμα ή προσωρινά σκυθρωπή, κατσουφιασμένη έκφραση στο πρόσωπο και δείχνει δυσαρέσκεια ή κακή διάθεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι σήμερα πολύ κατσούφης και δεν μιλάει σε κανέναν.
  • Μην είσαι τόσο κατσούφης· πες μας τι έγινε.
  • Μετά το άσχημο νέο, φαινόταν κατσούφης όλο το απόγευμα.
  • Η μικρή ήταν κατσούφης επειδή έχασε το παιχνίδι.