κατοχυρώνω
ρήμα1. Παρέχω νομική ή επίσημη αναγνώριση και προστασία σε δικαιώματα, τίτλους ή ιδέες μέσω καταχώρισης, πιστοποίησης ή άλλων διαδικασιών, ώστε να γίνουν αναγνωρίσιμα και προστατευόμενα από τρίτους.
Συνώνυμα
εξασφαλίζω διασφαλίζω καταχωρώ εγγράφω καταθέτω αποκτώ προασπίζω θωρακίζω κλειδώνω ασφαλίζω επισημοποιώ νομιμοποιώ σιγουρεύω διεκδικώ επικυρώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ κατοχυρώνω το εμπορικό σήμα της εταιρείας για να αποφεύγω αντιγραφές.
- Για να κατοχυρώνω θέση στο συνέδριο, πλήρωσα έγκαιρα την εγγραφή.
- Το νέο νομοσχέδιο θα με βοηθήσει να κατοχυρώνω τα εργασιακά μου δικαιώματα.
- Έκανα προκαταβολή για να κατοχυρώνω την τιμή αγοράς του σπιτιού.
- Με την υπογραφή του συμβολαίου κατοχυρώνω τα κτηματολογικά μου δικαιώματα.