κατοχή
ουσιαστικό1. Η κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, ομάδα ή φορέας έχει υπό τον έλεγχό του ένα αντικείμενο, αγαθό ή δικαίωμα και μπορεί να το διαθέτει, χρησιμοποιεί ή διαχειρίζεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατοχή του σπιτιού είναι νόμιμη.
- Η κατοχή από ξένη δύναμη κράτησε τρία χρόνια.
- Η αστυνομία βρήκε παράνομη κατοχή όπλων στο διαμέρισμα.
- Ο μέσος παίκτης είχε την κατοχή της μπάλας για μεγάλο μέρος του αγώνα.
- Κατά την ανάκριση αποδείχθηκε η κατοχή πλαστών εγγράφων.