καταχώριση
ουσιαστικόΠράξη ή αποτέλεσμα της εισαγωγής πληροφοριών ή στοιχείων σε αρχείο, μητρώο, βάση δεδομένων ή έγγραφο, ώστε να διατηρηθούν, να τεκμηριωθούν και να καταστούν προσβάσιμα.
Συνώνυμα
καταχώρηση εγγραφή καταγραφή εισαγωγή ανάρτηση δημοσίευση προσθήκη μητρώωση αποθήκευση ένταξη συμπλήρωση ανέβασμα πόστ αναγραφή αρχειοθέτηση αναγγελία κατάθεση λήψη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καταχώριση των στοιχείων στο σύστημα ολοκληρώθηκε.
- Πρέπει να κάνεις την καταχώριση της επιχείρησης στο εμπορικό μητρώο.
- Η καταχώριση της πατέντας στο αρμόδιο γραφείο είναι απαραίτητη για την προστασία της ιδιοκτησίας.
- Έλεγξε την καταχώριση των συναλλαγών στο λογιστικό βιβλίο.
- Η καταχώριση της δημοσίευσης στο αρχείο έγινε με χρονοσήμανση.
- Μετά την καταχώριση της κλήσης, ο χειριστής έκλεισε το περιστατικό.