κατανοώ
ρήμα1. Κατανοώ το νόημα, τη δομή ή τη σημασία ενός λόγου, κειμένου, ιδέας ή φαινομένου, αντιλαμβανόμενος τα βασικά στοιχεία και τις σχέσεις τους.
2. Συνειδητοποιώ την κατάσταση, τις προθέσεις ή τα συναισθήματα κάποιου και ανταποκρίνομαι ανάλογα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μάλιστα, κατανοώ το πρόβλημα και θα προσπαθήσω να βοηθήσω.
- Δεν κατανοώ γιατί άλλαξαν τα σχέδια χωρίς προηγούμενη ενημέρωση.
- Στη συνάντηση επανέλαβα ότι κατανοώ τις ανησυχίες της ομάδας.
- Μπορείς να μου δώσεις παραδείγματα, γιατί μόνο έτσι κατανοώ καλύτερα;
- Ως καθηγητής, προσπαθώ πάντα να κατανοώ τις δυσκολίες των μαθητών.