καταγράφω
ρήμα1. Καταγράφω πληροφορίες, γεγονότα ή δεδομένα σε γραπτή, ηλεκτρονική ή άλλη μορφή ώστε να διατηρηθούν και να είναι διαθέσιμα για μελλοντική αναφορά.
Συνώνυμα
καταχωρώ αναγράφω καταχωρίζω αποτυπώνω σημειώνω εγγράφω αρχειοθετώ τεκμηριώνω αναφέρω γράφω καταλογογραφώ αναφέρομαι μνημονεύω παραθέτω περιγράφω τραβάω δηλώνω κατονομάζω ταξινομώ καταμετρώ ηχογραφώ βιντεοσκοπώ σκανάρω χαρτογραφώ επισημαίνω προσδιορίζω συλλέγω εντοπίζω παρατηρώ παρουσιάζω τσεκάρω κατεβάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη διάρκεια του πειράματος καταγράφω τις θερμοκρασίες κάθε λεπτό.
- Στη συνεδρία καταγράφω όλα τα σημεία της συζήτησης στο πρωτόκολλο.
- Με το μικρόφωνο καταγράφω τη συνέντευξη για να τη μεταγράψω αργότερα.
- Στο αστυνομικό δελτίο καταγράφω την περιγραφή του αυτοκινητιστικού ατυχήματος.
- Στο αρχείο του μουσείου καταγράφω τα ιστορικά στοιχεία και τις πηγές.