καταβαίνω
άλλο1. Μετακινούμαι προς τα κάτω ή από υψηλότερο σε χαμηλότερο σημείο.
2. Μπαίνω μέσα ή προχωρώ προς τα ενδότερα ενός χώρου.
3. Κατεβαίνω νοητά, βαθμιαία ή σε έκταση, προς χαμηλότερο επίπεδο ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί καταβαίνω από το σπίτι στο κέντρο με τα πόδια.
- Οι εργάτες καταβαίνουν την πλαγιά προσεκτικά μετά τη βροχή.
- Ο αέρας κατεβαίνει από το βουνό και φέρνει κρύο.
- Δεν καταβαίνω γιατί άλλαξε ξαφνικά η απόφαση.
- Εκείνος κατάβαινε συχνά στο λιμάνι για δουλειά.
- Η βάρκα καταβαίνει το ποτάμι με το ρεύμα.