κατάσταση
ουσιαστικό1. Σύνολο χαρακτηριστικών και συνθηκών που περιγράφουν ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή σύστημα σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
2. Ο βαθμός σωματικής ή ψυχικής υγείας και ευεξίας ενός ατόμου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε μετά τη θεραπεία.
- Η οικονομική κατάσταση της χώρας παραμένει δύσκολη.
- Η κατάσταση στην πόλη έγινε τεταμένη μετά τις διαδηλώσεις.
- Πριν την ενημέρωση, αποθήκευσε την κατάσταση του προγράμματος.
- Η κατάσταση του διακομιστή εμφανίζεται στην οθόνη διαχείρισης.
- Μίλησαν ανοιχτά για την κατάσταση των σχέσεών τους.