κατάθεση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα τοποθέτησης χρημάτων ή πολύτιμων αντικειμένων σε τράπεζα ή άλλο οικονομικό φορέα για φύλαξη, διαχείριση ή εγγραφή σε λογαριασμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατάθεση του μάρτυρα στο δικαστήριο ήταν αναλυτική και πειστική.
  • Έκανε κατάθεση χρημάτων στον τραπεζικό του λογαριασμό.
  • Η κατάθεση της αίτησης έγινε ηλεκτρονικά, όπως απαιτούνταν.
  • Η κατάθεση ψυχής της στην εκπομπή συγκίνησε πολλούς θεατές.
  • Η κατάθεση των αποδεικτικών στοιχείων ενίσχυσε την υπόθεση της πολιτικής αγωγής.