κακία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή διάθεση που εκδηλώνει εχθρική πρόθεση προς κάποιον, με την επιθυμία ή την πρόθεση να προκαλέσει βλάβη, ταπείνωση ή πόνο.
Συνώνυμα
μοχθηρία μοχθηρότητα κακεντρέχεια κακοήθεια κακοπροαίρεσία κακοβουλία κακοκαρδία κακοσύνη δυσβουλία δολιότητα πονηριά πονηρότητα εχθρότητα σκληρότητα σατανικότητα αμαρτία μνησικακία μικροψυχία πικρία κακουργία βαναυσότητα ανηθικότητα έχθρα
Αντώνυμα
καλοσύνη καλοκαρδία αγάπη αγαθότητα αγαθοσύνη αρετή ευσπλαχνία συμπόνια ανθρωπιά φιλανθρωπία ελεημοσύνη ευγένεια έλεος αθωότητα ευεργεσία μεγαλοψυχία φιλία
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν του κρατώ κακία για όσα συνέβησαν.
- Η κακία στις προθέσεις του φάνηκε από τα λόγια του.
- Μίλησε χωρίς κακία, μόνο για να επισημάνει το πρόβλημα.
- Η ιστορία δείχνει πως η κακία συχνά επιστρέφει στον δημιουργό της.
- Παρά τις προσβολές, κράτησε τη συζήτηση χωρίς κακία.