καθηλώνω
ρήμα1. Κάνω κάποιον ή κάτι ανίκανο να κινηθεί ή να δράσει, συγκρατώντας ή στερεώνοντάς τον στη θέση του.
2. Προσελκύω ή κρατώ έντονα την προσοχή ή το ενδιαφέρον κάποιου, προκαλώντας θαυμασμό ή δέος, ώστε να μην μπορεί να αποσπαστεί.
Συνώνυμα
ακινητοποιώ συναρπάζω μαγνητίζω σαγηνεύω γοητεύω εντυπωσιάζω ενθουσιάζω μαγεύω συγκλονίζω καταπλήσσω εκστασιάζω σκλαβώνω αδρανοποιώ ενδιαφέρω παγώνω καρφώνω παγιδεύω θαμπώνω συγκινώ εξουδετερώνω
Αντώνυμα
απελευθερώνω ελευθερώνω κινητοποιώ απεγκλωβίζω αποσπώ κουράζω βαριώνω σείω απογοητεύω διασπώ αποδεσμεύω περιστρέφω κουνάω κινώ κουνώ ξεσηκώνω στροβιλίζω λύνω
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν μιλάω στο κοινό, καθηλώνω με την ειλικρίνειά μου.
- Η ομιλία της καθηλώνει τους παρευρισκόμενους.
- Το ντοκιμαντέρ καθηλώνει τους θεατές από την αρχή μέχρι το τέλος.
- Ο σοβαρός τραυματισμός τον καθήλωσε στο κρεβάτι για μήνες.
- Οι χιονοστιβάδες καθήλωσαν τα οχήματα στον αυτοκινητόδρομο για ώρες.