καθεστώς
ουσιαστικό1. Σύστημα πολιτικής εξουσίας και διοίκησης που καθορίζει τη μορφή, τους θεσμούς και τους τρόπους άσκησης της εξουσίας σε ένα κράτος ή κοινότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καθεστώς της χώρας άλλαξε μετά τις εκλογές.
- Έχει το καθεστώς μόνιμου κατοίκου και μπορεί να εργαστεί.
- Οι νέοι φόροι θα αλλάξουν το καθεστώς των επιχειρήσεων.
- Στο πανεπιστήμιο ισχύει ένα αυστηρό καθεστώς εξετάσεων.
- Το καθεστώς των προνομίων για τους εργαζομένους αναθεωρήθηκε.