καθάρισμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της αφαίρεσης ρύπων, βρωμιάς ή ανεπιθύμητων ουσιών από αντικείμενα, επιφάνειες ή χώρους.
2. Διαδικασία οργάνωσης, απομάκρυνσης και ταξινόμησης περιττών αντικειμένων ή αποβλήτων από χώρο, σύστημα ή αρχείο.
Συνώνυμα
καθαρισμός σκούπισμα πλύσιμο ξεσκόνισμα σφουγγάρισμα συμμάζεμα τακτοποίηση αποψίλωση απορρύπανση απολύμανση εκκαθάριση ξεκαθάρισμα εξόφληση διακανονισμός ξεπλύσιμο καθαριότητα εκτέλεση εξόντωση σφαγή τελείωμα τρίψιμο εξάλειψη εξαφάνιση δολοφονία απομάκρυνση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καθάρισμα του σπιτιού θα γίνει το απόγευμα.
- Χρειάζεται ένα καλό καθάρισμα στα παντζάρια πριν το μαγείρεμα.
- Έκανα το καθάρισμα του φίλτρου και το αυτοκίνητο δουλεύει καλύτερα.
- Στην ταινία, ο ήρωας έκανε ένα σκληρό καθάρισμα στους αντιπάλους.
- Το καθάρισμα των αρχείων στον υπολογιστή κράτησε αρκετές ώρες.