κίνημα
ουσιαστικό1. Συλλογικό, οργανωμένο ή χαλαρό σύνολο ανθρώπων που επιδιώκει την προώθηση κοινών ιδεών, αξιών ή στόχων και την πραγματοποίηση κοινωνικών, πολιτικών ή πολιτισμικών αλλαγών.
Συνώνυμα
κίνηση μετακίνηση κούνημα ρεύμα κινητικότητα επανάσταση εξέγερση αντίσταση ακτιβισμός παράταξη τράνταγμα ταλάντωση μεταβολή τάση διαμαρτυρία εκστρατεία οργάνωση κύμα μόδα καμπάνια ιδεολογία κινητοποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κίνημα υπερασπίζεται τα δικαιώματα των εργαζομένων.
- Το στρατιωτικό κίνημα οργάνωσε πραξικόπημα.
- Το κίνημα του χεριού του ήταν αργό και προσεκτικό.
- Το κίνημα του ρολογιού εξαρτάται από το ελατήριο και τους οδοντωτούς τροχούς.
- Το λογοτεχνικό κίνημα επηρέασε μια ολόκληρη γενιά συγγραφέων.