κάταγμα

ουσιαστικό

1. Σπάσιμο ή ρήξη οστού που οφείλεται σε τραυματισμό ή σε παθολογική κατάσταση, με διακοπή της συνέχειας του οστικού ιστού.

2. Ρήξη ή θραύση σε σκληρό ή εύθραυστο υλικό, που προκαλεί διακοπή της συνέχειας της δομής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κάταγμα στο χέρι του χρειάστηκε γύψο για έξι εβδομάδες.
  • Ένα μικρό κάταγμα στο δάχτυλο δεν φάνηκε αμέσως στην ακτινογραφία.
  • Το ανοιχτό κάταγμα απαιτούσε άμεση χειρουργική επέμβαση.
  • Το κάταγμα στο τζάμι προήλθε από ένα δυνατό χτύπημα.
  • Στο βουνό παρατηρήθηκε ένα μεγάλο κάταγμα στον βράχο μετά τον σεισμό.
  • Υπήρξε ένα κάταγμα στις σχέσεις των δύο χωρών μετά την κρίση.