ικετεύω
ρήμα1. Εκφράζω με επίμονη και έντονη συναισθηματική φόρτιση αίτημα ή επιθυμία προς κάποιον, ζητώντας βοήθεια, προστασία, οίκτο ή ικανοποίηση ανάγκης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε ικετεύω, μην φύγεις πριν μιλήσουμε.
- Σας ικετεύω να δείτε την αίτησή μου με κατανόηση.
- Σε ικετεύω, Θεέ μου, σώσε μας από τη συμφορά.
- Τους ικετεύω να με βοηθήσουν έστω μία φορά.
- Σε ικετεύω, μην βάλεις σε κίνδυνο την υγεία σου.