ιδέα
ουσιαστικό1. Νοητική αναπαράσταση ή εικόνα ενός αντικειμένου, έννοιας ή κατάστασης που σχηματίζεται στο νου.
2. Σκέψη ή σύλληψη που διατυπώνει έναν σχεδιασμό, μια λύση ή ένα σχέδιο δράσης πριν από την εφαρμογή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου ήρθε μια ιδέα για το επόμενο έργο.
- Δεν έχω καμία ιδέα για το πού το άφησες.
- Η ιδέα να ταξιδέψουμε όλοι μαζί ενθουσίασε την παρέα.
- Η επιστημονική ιδέα πίσω από το πείραμα είναι απλή και κομψή.
- Στην αρχή η ιδέα ήταν ασαφής, αλλά σιγά-σιγά ξεκαθάρισε.