θυγατέρα

ουσιαστικό

1. Θηλυκό παιδί ενός ή και των δύο γονέων.

2. Γυναίκα που θεωρείται απόγονος ή μέλος μιας οικογένειας, κοινότητας ή οργάνωσης (μεταφορική χρήση).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η θυγατέρα μας παίζει στον κήπο.
  • Ο πατέρας κάλεσε τη θυγατέρα στο γραφείο.
  • Στη διαθήκη, η θυγατέρα κληρονόμησε το παλιό σπίτι.
  • Η μητρική ανακοίνωσε ότι η θυγατέρα θα επεκταθεί στο εξωτερικό.
  • Οι κάτοικοι θεωρούν την πόλη θυγατέρα της αρχαίας πολιτείας.