θολούρα
ουσιαστικό1. Ασαφής ή μειωμένη διακριτότητα της όρασης ή της εικόνας, όπου τα σχήματα και οι λεπτομέρειες δεν φαίνονται καθαρά.
2. Θολότητα σε υγρά ή διαλύματα, που οφείλεται σε αιωρούμενα σωματίδια και εμποδίζει τη διαφάνεια.
Συνώνυμα
θολότητα θόλωση θάμπωμα θολιά φλου ομίχλη νέφος ασάφεια αοριστία σύγχυση μπερδεμάρα ζάλη σκοτοδίνη μπέρδεμα αδιαφάνεια συσκότιση μέθη αβεβαιότητα αμφισημία μουντάδα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το νερό της λίμνης είχε έντονη θολούρα μετά τη βροχή.
- Ένιωσε θολούρα στην όραση μετά το ατύχημα και πήγε στο νοσοκομείο.
- Η συζήτηση άφησε μια θολούρα στο μυαλό της σχετικά με τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρει.
- Η φωτογραφία βγήκε με θολούρα λόγω της κίνησης.
- Υπήρχε μια απροσδιόριστη θολούρα στις αναμνήσεις του από εκείνη την περίοδο.