θέλημα
ουσιαστικό1. Εσωτερική ψυχική κατάσταση ή νοητική προδιάθεση που διαμορφώνει τις προθέσεις και τα κίνητρα ενός προσώπου, οδηγώντας το στην επιλογή ή στην επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το θέλημα μου είναι να βοηθάω τους άλλους.
- Ας γίνει το θέλημα του Θεού.
- Το θέλημα των πολιτών εκφράστηκε μέσα από τις κάλπες.
- Εκπλήρωσαν το θέλημα της οικογένειας και ακολούθησαν την παράδοση.
- Κάποιες αποφάσεις λαμβάνονται με προσωπικό θέλημα και όχι με συλλογική σύμβαση.