ηττημένος

επίθετο

1. Που έχει υποστεί ήττα σε αγώνα, σύγκρουση ή διαγωνισμό.

2. Που αισθάνεται απογοήτευση, απώλεια αυτοπεποίθησης ή έλλειψη ελπίδας μετά από αποτυχία.

Συνώνυμα

ηττηθείς νικημένος κατατροπωμένος χαμένος συντριμμένος συντριβμένος συντετριμμένος σφαγμένος σφαγιασμένος παραδομένος τσακισμένος διαλυμένος υποταγμένος αποτυχημένος ταπεινωμένος ντροπιασμένος ξεγραμμένος καμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αθλητής έμεινε ηττημένος στο τέλος του αγώνα.
  • Ο υποψήφιος εμφανίστηκε ηττημένος μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
  • Μετά την εξαντλητική μάχη, η ασθενής ένιωσε ηττημένη και χωρίς δύναμη.
  • Οι στρατιώτες επέστρεψαν ηττημένοι από τη μάχη.
  • Ένιωσε ηττημένος από το πέρασμα του χρόνου και τις συνεχείς αποτυχίες.
  • Παρά την εξωτερική του στάση, μέσα του ένιωθε ηττημένος.