ηγεμών
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που ασκεί ανώτατη ή σημαντική εξουσία και διοίκηση σε κράτος, επαρχία, κοινότητα ή στρατιωτική μονάδα, με ευθύνη για την καθοδήγηση, τη λήψη αποφάσεων και την επιβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ηγεμών του νησιού ανακοίνωσε την κατάπαυση του πυρός.
- Στην τελετή τον έντυσαν ως ηγεμών της αρχαίας πόλης.
- Στο συμβούλιο, ο ηγεμών της εταιρείας παρουσίασε το επιχειρησιακό σχέδιο.
- Οι ιστορικοί περιγράφουν τον Αλέξανδρο ως ηγεμών και στρατηγό.
- Στον στρατό, ο ηγεμών έδωσε την εντολή για προέλαση.