ζητούμενο
ουσιαστικό1. Αντικείμενο, πληροφορία ή αποτέλεσμα που αναζητείται ή απαιτείται σε ένα πλαίσιο εργασίας, έρευνας ή συζήτησης.
2. Κύριο ζήτημα ή πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί ή να διευκρινιστεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ζητούμενο σήμερα είναι να μειωθεί η ανεργία.
- Στη διαπραγμάτευση, το ζητούμενο ήταν η εξασφάλιση καλύτερων όρων για την εταιρεία.
- Η εμπιστοσύνη είναι ζητούμενο για την επιτυχία της ομάδας.
- Αυτό που παραμένει ζητούμενο είναι αν το πρόγραμμα θα χρηματοδοτηθεί εγκαίρως.
- Για τους νέους επιχειρηματίες, η αξιοπιστία της ιδέας είναι το βασικό ζητούμενο.