ζημία
ουσιαστικό1. Βλάβη ή φθορά σε αντικείμενο, εγκατάσταση ή σώμα που μειώνει την αξία, τη λειτουργικότητα ή την ακεραιότητά του.
2. Οικονομική απώλεια ή κόστος που υφίσταται πρόσωπο ή οργανισμός ως αποτέλεσμα ζημιογόνου γεγονότος ή ενέργειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σεισμός προκάλεσε σοβαρή ζημία στα κτίρια.
- Η εταιρεία υπέστη σημαντική ζημία εξαιτίας της απάτης.
- Η ασφάλεια καλύπτει τη ζημία μόνο μετά την υποβολή των αποδεικτικών στοιχείων.
- Το δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων.
- Η ρύπανση προκάλεσε ανεπανόρθωτη ζημία στην τοπική πανίδα.