εύνοια
ουσιαστικό1. Ευνοϊκή διάθεση ή συμπεριφορά προς κάποιον, που εκδηλώνεται με υποστήριξη, βοήθεια ή προτίμηση.
2. Ευνοϊκή κατάσταση ή περίσταση που προάγει την επιτυχία, την πρόοδο ή την ευημερία ενός προσώπου, σχεδίου ή έργου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έλαβε την εύνοια του προϊσταμένου και προήχθη.
- Η εύνοια του καιρού επέτρεψε τη διεξαγωγή του αγώνα.
- Ζητούσε την εύνοια της τύχης πριν από το ταξίδι.
- Η καλλιτέχνις απέκτησε την εύνοια των χορηγών και παρουσίασε την έκθεση.
- Υπό την εύνοια των θεών ένιωθαν όλοι μεγαλύτερη ασφάλεια.