εφήμερος
επίθετο1. Που διαρκεί για πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
2. Που εμφανίζεται ή υπάρχει μόνο για περιορισμένο και σύντομο χρονικό διάστημα σε γεγονότα, καταστάσεις ή συναισθήματα.
Συνώνυμα
παροδικός προσωρινός πρόσκαιρος βραχύβιος περαστικός φευγαλέος στιγμιαίος αστραπιαίος ευμετάβλητος μεταβατικός σύντομος βραχύς ευκαιριακός περιστασιακός θνητός πρόχειρος μεταβαλλόμενος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εφήμερη ομορφιά του λουλουδιού κράτησε μόνο μία μέρα.
- Το πρωινό εφήμερο φως φώτιζε το δωμάτιο για λίγο.
- Έκανε μια εφήμερη δουλειά στο νησί για το καλοκαίρι.
- Οι εφήμεροι φίλοι δεν μένουν στις δύσκολες στιγμές.
- Ο εντομολόγος μελέτησε τα εφήμερα έντομα που ζούσαν μόνο λίγες μέρες.
- Η εφήμερη μόδα της σεζόν άλλαξε μέσα σε λίγες εβδομάδες.