ευφρόσυνος

επίθετο

1. Που εκφράζει ή προκαλεί έντονη χαρά, ζωντάνια και αισιοδοξία.

2. Που χαρακτηρίζει άτομο, φωνή, ύφος ή γεγονός με ζωηρή, ευχάριστη και γιορτινή διάθεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ευφρόσυνος γείτονας χαιρέτισε τους περαστικούς.
  • Η ευφρόσυνη μελωδία γέμισε την αίθουσα.
  • Το ευφρόσυνο φως του πρωινού με ξύπνησε απαλά.
  • Οι ευφρόσυνες φωνές των παιδιών ακούγονταν από το προαύλιο.
  • Η γιορτή είχε ένα ευφρόσυνο ύφος που ζέσταινε τις καρδιές.