ευμάρεια

ουσιαστικό

1. Κατάσταση άνεσης και επάρκειας σε υλικά αγαθά και οικονομικούς πόρους, που επιτρέπει την ικανοποίηση των βασικών αναγκών και την πρόσβαση σε επιπλέον ανέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευμάρεια της χώρας αποτυπώθηκε στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου.
  • Οι επενδύσεις οδήγησαν στη ευμάρεια πολλών κατοίκων της περιοχής.
  • Επιζητούσε όχι μόνο υλική ευμάρεια, αλλά και πνευματική πληρότητα.
  • Κατά την περίοδο της ειρήνης γνώρισαν οικονομική ευμάρεια και κοινωνική σταθερότητα.
  • Η τέχνη άνθισε και η κοινότητα βίωσε πολιτισμική ευμάρεια.
  • Η πολιτική αλλαγή υπόσχεται μεγαλύτερη ευμάρεια για τις νέες γενιές.