ευθύς
επίθετο1. Που δεν έχει καμπυλότητα ή στροφή, τοποθετημένος σε ευθεία γραμμή ή με σταθερό προσανατολισμό.
2. Που εκφράζει ή δείχνει ειλικρινή και ανοιχτή στάση, χωρίς υποκρισία ή κρυφές προθέσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
έμμεσος ανειλικρινής πανούργος πονηρός περίπλοκος δαιδαλώδης κρυπτικός ψευδής ύπουλος δόλιος στραβός καμπύλος πλάγιος αινιγματικός ψεύτης πολύπλοκος αντίστροφος μυστικοπαθής διστακτικός παραπλανητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις τελείωσε η συνάντηση, ευθύς έφυγε.
- Ο ευθύς φίλος μου είπε την αλήθεια χωρίς περιστροφές.
- Κοίταξε ευθύς μπροστά του και δεν γύρισε το κεφάλι.
- Πήγε ευθύς προς το παράθυρο μόλις άκουσε τον θόρυβο.
- Ήταν ευθύς στην κριτική του, αλλά πάντα δίκαιος.