ερμηνεύω
ρήμα1. Αποδίδω ή εξηγώ το νόημα, την πρόθεση ή τη δομή ενός κειμένου, λόγου, συμβόλου ή φαινομένου, αναλύοντας τα στοιχεία του ώστε να γίνουν κατανοητά.
Συνώνυμα
τραγουδώ υποδύομαι παίζω εκτελώ εκλαμβάνω αποδίδω εξηγώ επεξηγώ αναλύω μεταφράζω διερμηνεύω αποκωδικοποιώ διασαφηνίζω διευκρινίζω προσλαμβάνω κατανοώ απαγγέλλω διαφωτίζω διαβάζω σχολιάζω παρουσιάζω διατυπώνω αντιλαμβάνομαι περιγράφω σχετίζω αποσαφηνίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην τάξη, ερμηνεύω τα ποιήματα για να βοηθήσω τους μαθητές.
- Ως δικηγόρος, ερμηνεύω τους νόμους και τα δικαστικά πρακτικά.
- Στη συναυλία, ερμηνεύω τραγούδια της παράδοσης.
- Στην παράσταση, ερμηνεύω τον πρωταγωνιστικό ρόλο με ένταση.
- Στο εργαστήριο, ερμηνεύω τα αποτελέσματα των πειραμάτων.
- Στα όνειρά μου, πολλές φορές ερμηνεύω τα σύμβολα ως μηνύματα.