εργαζόμενος

ουσιαστικό

1. Άτομο που παρέχει εργασία με σκοπό την ανταμοιβή ή την κάλυψη επαγγελματικών υποχρεώσεων, απασχολούμενο σε επιχείρηση, οργανισμό ή αυτοαπασχολούμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εργαζόμενος ζήτησε άδεια για ιατρικό ραντεβού.
  • Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα σε ασφαλιστική κάλυψη και ρεπό.
  • Ως εργαζόμενος, ο Πέτρος συμμετέχει σε καθημερινές συσκέψεις του τμήματος.
  • Ο εργαζόμενος λαμβάνει τον μισθό του στο τέλος κάθε μήνα.
  • Ο εργαζόμενος διαμαρτυρήθηκε για τις επικίνδυνες συνθήκες εργασίας.