επιχειρηματολογώ
ρήμα1. Διατυπώνω συστηματικά λογικά επιχειρήματα για να υποστηρίξω ή να αντικρούσω μια θέση.
2. Συμμετέχω σε συζήτηση ή αντιπαράθεση παρουσιάζοντας αιτιολογήσεις και τεκμηριώσεις.
Συνώνυμα
υποστηρίζω αιτιολογώ τεκμηριώνω υπερασπίζομαι προβάλλω διατυπώνω αντιτείνω αντιλογώ ανταπαντώ αντιπαραθέτω επικαλούμαι πείθω σχολιάζω εξηγώ συζητώ διαφωνώ προτείνω προπαγανδίζω κοντράρω μαλώνω τσακώνομαι επικρίνω διαλέγομαι ισχυρίζομαι συζητάω δικαιολογώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που επιχειρηματολογώ σε συζήτηση, προσπαθώ να παραπέμπω σε τεκμήρια.
- Στη δίκη, όταν επιχειρηματολογώ, επικεντρώνομαι στα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης.
- Όταν επιχειρηματολογώ γραπτώς, φροντίζω οι προτάσεις μου να είναι σαφείς και συνοπτικές.
- Σε ένα ακαδημαϊκό άρθρο επιχειρηματολογώ με βάση τη βιβλιογραφία και τα δεδομένα.
- Μερικές φορές επιχειρηματολογώ απλώς για να δοκιμάσω τις ιδέες μου και να τις βελτιώσω.