επισκευάζω
ρήμα1. Πραγματοποιώ εργασίες για την αποκατάσταση της λειτουργικότητας ή της δομικής ακεραιότητας ενός αντικειμένου, συστήματος ή κατασκευής.
Συνώνυμα
επιδιορθώνω φτιάχνω διορθώνω αποκαθιστώ συντηρώ μπαλώνω επανορθώνω αναστηλώνω ανακαινίζω συγκολλάω συναρμολογώ ανανεώνω περιποιούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ επισκευάζω το αυτοκίνητο κάθε Σάββατο στο γκαράζ.
- Το παλιό έπιπλο που επισκευάζω θα μοιάζει ξανά σαν καινούργιο.
- Ο υπολογιστής που επισκευάζω έχει σβησμένα αρχεία, αλλά καταφέρνω να τα ανακτήσω.
- Κάθε εβδομάδα επισκευάζω τα φωτιστικά και την ηχητική εγκατάσταση πριν τις εκδηλώσεις.
- Στο εργαστήριο επισκευάζω ηλεκτρικές συσκευές και ελέγχω την ασφάλειά τους.