επινοητικότητα

ουσιαστικό

Ικανότητα να δημιουργεί και να εφαρμόζει νέες, πρωτότυπες και λειτουργικές ιδέες ή λύσεις σε προβλήματα, αξιοποιώντας φαντασία, ευελιξία και δημιουργική σκέψη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επινοητικότητα του σχεδιαστή φάνηκε στην απλή αλλά λειτουργική λύση.
  • Χάρη στην επινοητικότητα της ομάδας, κατάφεραν να ξεπεράσουν ένα κρίσιμο τεχνικό εμπόδιο.
  • Η διαφημιστική καμπάνια απέδειξε μεγάλη επινοητικότητα στην προσέγγιση του κοινού.
  • Στην καθημερινή ζωή, η επινοητικότητα σε μικρές λύσεις μπορεί να εξοικονομήσει χρόνο και χρήμα.
  • Η κριτική επιτροπή επαίνεσε την επινοητικότητα του προτεινόμενου έργου.