επιζήμιος

επίθετο

1. Που προκαλεί ζημία ή βλάβη σε πρόσωπα, πράγματα, περιβάλλον ή στην υγεία.

2. Που βλάπτει τα συμφέροντα, την οικονομική κατάσταση ή την αποτελεσματικότητα ενός σχεδίου ή οργανισμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καπνός των τσιγάρων είναι επιζήμιος για την υγεία.
  • Ο πλαστικός ρύπος αποδεικνύεται επιζήμιος για τα θαλάσσια είδη.
  • Ο υπερβολικός φόρος μπορεί να αποβεί επιζήμιος για την οικονομία της χώρας.
  • Ο συνεχής αρνητισμός στην ομάδα ήταν επιζήμιος για το ηθικό των εργαζομένων.
  • Ο ακραίος καιρός αποδεικνύεται επιζήμιος για τις αγροτικές καλλιέργειες.