επιδεικτικός
επίθετοΠου εκδηλώνει συμπεριφορά, εμφάνιση ή τρόπους με σκοπό να τραβήξει την προσοχή και να επιδείξει πλεονεκτήματα, πλούτο ή κύρος.
Συνώνυμα
φανταχτερός φωναχτερός γκλαμουράτος προκλητικός πομπώδης επιτηδευμένος εντυπωσιακός ψωνισμένος θεατρινίστικος φασαριόζικος υπερβολικός κραυγαλέος θεαματικός λαμπερός εκθαμβωτικός αλαζονικός φανφαρόνικος τραβηγμένος περήφανος ακαλαίσθητος αρχοντικός διαχυτικός εκδηλωτικός
Αντώνυμα
διακριτικός σεμνός ταπεινός συγκρατημένος αθόρυβος μετριόφρων απλός λιτός συμμετρημένος μετρημένος απαρατήρητος μειλίχιος σεμνότυπος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φίλος μου έγινε λίγο επιδεικτικός αφού κέρδισε πολλά χρήματα.
- Η τραγουδίστρια φορούσε ένα επιδεικτικό φόρεμα στη σκηνή.
- Μην είσαι επιδεικτική, δεν χρειάζεται να δείχνεις συνέχεια τα καινούρια σου πράγματα.
- Οι δυο τους ήταν αρκετά επιδεικτικοί στην πλατεία, φιλιόντουσαν και έδειχναν επιδεικτικά τρυφερότητα.
- Η εταιρεία διοργάνωσε μια επιδεικτική παρουσίαση προϊόντων για να τραβήξει την προσοχή του κοινού.