επηρεάζω
ρήμα1. Ασκώ δράση σε πρόσωπο, ομάδα, πράγμα ή κατάσταση με σκοπό ή αποτέλεσμα να αλλοιώσω, να μεταβάλω ή να κατευθύνω τη συμπεριφορά, τις απόψεις ή την κατάστασή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι ειδήσεις επηρεάζουν την κοινή γνώμη.
- Η μουσική με επηρεάζει βαθιά.
- Η ρύπανση επηρεάζει την ποιότητα του νερού.
- Το φάρμακο επηρεάζει την όραση κάποιων ασθενών.
- Τα σχόλιά σου επηρεάζουν την απόφασή μου.