επεμβαίνω
ρήμα1. Προσέρχομαι σε υπόθεση ή κατάσταση και ενεργώ για να αλλάξω, να διορθώσω ή να επηρεάσω την πορεία και τα αποτελέσματά της.
2. Διενεργώ ιατρική ή χειρουργική πράξη σε οργανισμό ή σε σημείο του σώματος για θεραπεία, διάγνωση ή αποκατάσταση.
Συνώνυμα
παρεμβαίνω ανακατεύομαι μπλέκω αναμιγνύομαι διαμεσολαβώ μεσολαβώ χειρουργώ πειράζω μπλέκομαι επιδρώ ενεργώ δρω παρεμβάλλω μπαίνω επιλαμβάνομαι τροποποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε επείγουσα χειρουργική περίπτωση, επεμβαίνω όταν κινδυνεύει η ζωή του ασθενούς.
- Σε μια διαφωνία μεταξύ συναδέλφων, επεμβαίνω για να μεσολαβήσω και να ηρεμήσουν τα πνεύματα.
- Στο σχέδιο του κτιρίου δεν επεμβαίνω χωρίς την έγκριση του αρχιτέκτονα.
- Στα προσωπικά ζητήματα των φίλων μου γενικά δεν επεμβαίνω.
- Όταν η κατάσταση ξεφεύγει στο δρόμο, επεμβαίνω για να αποκαταστήσω την τάξη.