επανασύνδεση
ουσιαστικό1. Αποκατάσταση της φυσικής ή ηλεκτρονικής σύνδεσης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων στοιχείων που είχαν αποκοπεί, με σκοπό την επαναλειτουργία ή την επικοινωνία.
Συνώνυμα
επανένωση συμφιλίωση ανασύνδεση ξανασύνδεση σύνδεση αποκατάσταση επανασμίξη επαναφορά συνάντηση συγκόλληση συγχώνευση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επανασύνδεση τους μετά από χρόνια ήταν αναπάντεχη αλλά ευτυχής.
- Αφού έπεσε το σήμα, χρειαζόμαστε γρήγορη επανασύνδεση στο δίκτυο.
- Η επανασύνδεση του ρεύματος στην περιοχή έγινε μέσα σε δύο ώρες.
- Οι γιατροί πέτυχαν την επανασύνδεση του νεύρου μετά το ατύχημα.
- Η συμμετοχή σε κοινοτικά προγράμματα διευκόλυνε την επανασύνδεση των προσφύγων με την κοινότητα.