επαλήθευση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή ενέργεια ελέγχου και επιβεβαίωσης της ορθότητας, της ακρίβειας ή της εγκυρότητας ενός στοιχείου, αποτελέσματος, δήλωσης ή συστήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παραποίηση πλαστογράφηση παραχάραξη υπόνοια απόκρυψη αμφισβήτηση διάψευση άρνηση αλλοίωση ψευδοποίηση ακύρωση παραπλάνηση ανακρίβεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η επαλήθευση των στοιχείων είναι απαραίτητη για την εγγραφή.
- Περιμένω την επαλήθευση της είδησης πριν τη δημοσιεύσω.
- Η επαλήθευση των αποτελεσμάτων έγινε από ανεξάρτητη επιτροπή.
- Ενεργοποίησε την επαλήθευση σε δύο βήματα για μεγαλύτερη ασφάλεια.
- Ο τεχνικός ολοκλήρωσε την επαλήθευση του συστήματος και έλυσε το πρόβλημα.